Γκρι

English, gray, σε αυτό το πλαίσιο μικρό.
Το gray- χρησιμοποιείται ως πρόθεμα κυρίως για την Α_σεξουαλικότητα (gray-sexual ή gray-asexual), αλλά και για τον Α_ρομαντισμό και για τις ταυτότητες φύλου. Σημαίνει την γκρίζα περιοχή ή το φάσμα. Η γκρίζα ασεξουαλικότητα σημαίνει, για παράδειγμα, ότι ένα άτομο νιώθει λίγη σεξουαλική έλξη, ότι η σεξουαλική έλξη είναι σπάνια ή ότι ένα άτομο δεν είναι σίγουρο αν νιώθει σεξουαλική έλξη.
Γκρίζα(α)σεξουαλική: το να βρίσκεται κανείς στην γκρίζα ζώνη μεταξύ αλλοφυλόφιλου και ασεξουαλικού.

Εικόνες

Δυστυχώς, δεν έχουμε ακόμη εικόνες για αυτόν τον όρο που επιτρέπεται να χρησιμοποιήσουμε. Εάν έχετε μία ή περισσότερες εικόνες για αυτή τη σελίδα, παρακαλούμε ενημερώστε μας εδώ. Σας ευχαριστούμε πολύ.






![]() ![]() ![]() ![]() ![]() ![]() ![]() ![]() ![]() ![]() ![]() ![]() ![]() ![]() ![]() ![]() |
![]() ![]() ![]() ![]() ![]() ![]() ![]() ![]() ![]() ![]() ![]() ![]() ![]() ![]() ![]() |
![]() ![]() ![]() ![]() ![]() ![]() ![]() ![]() ![]() ![]() ![]() ![]() ![]() ![]() ![]() ![]() |
![]() ![]() ![]() ![]() ![]() ![]() ![]() ![]() ![]() ![]() ![]() ![]() ![]() ![]() ![]() • DeepL |